Για τον Δημήτρη Μητροπάνο: Τον ρωτούσαν
για τα τελευταία, για το ΔΝΤ, για την κρίση, για τους «σωτήρες». Δεν
του χρειαζόταν να είναι μέσα στις… διαπραγματεύσεις για να ξέρει:
«Όταν τελειώσουν και με τις τελευταίες διαπραγματεύσεις – έλεγε – θα γίνει κανονικά η κηδεία της Ελλάδας. Θα μας τα πάρουν όλα. Τα παιδιά θα φύγουν για έξω και… “τέλος μείνανε βουβοί και γεμάτοι οι καφενέδες από γέρους και χαφιέδες που μιλάν για προκοπή”. Αυτοί θα είμαστε».
Τον
θυμόμαστε όπως ήταν: Χωρίς «πόζες». Πηγαίος. Χωρίς τίποτα το «δήθεν».
Αξιοπρεπής. Χωρίς «τάχα μου». Αυτός
ήταν. Ένας μεγάλος τραγουδιστής, ένας μέγιστος άνθρωπος. Ένας μάγκας.
Αληθινός. Με την μπέσα και την λεβεντιά που έχουν οι ωραίοι μάγκες.
Κουβέντες μετρημένες. Δεν
«κορδωνόταν», δεν «το έπαιζε κάπως». Και για κείνα τα 2 – 3 πράγματα που
ένιωθε να τον σφραγίζουν μιλούσε πάντα με συστολή και με σεβασμό προς
τους άλλους. Το ένα ήταν ο Ολυμπιακός. Η τρέλα του!
Το άλλο,
το βαθύ, το εσώψυχο, εκείνο που το τίμησε σε κάθε περπατησιά του, ήταν η
καταγωγή του: Είμαι από τη «Μικρή Μόσχα» έλεγε, από την Αγία Μονή, μια
συνοικία έξω από τα Τρίκαλα, όπου ήμασταν όλοι ίδιοι – οι αριστεροί, οι
αποκομμένοι από την κοινωνία.

