Σελίδες

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Προς ένα «αμερικανικό» (μη) σύστημα υγείας με αυξημένες δαπάνες και μειωμένες παροχές;

Φωτογραφία του Κόλιν Στιλ (από το facebook του Τάκη Γέρου)
Φωτογραφία του Κόλιν Στιλ
(από το facebook του Τάκη Γέρου)

Οι εξαγγελίες Βορίδη για την υγεία και την περίθαλψη

του Γιώργου Νικολαΐδη
.Eιρωνεία της συγκυρίας: Η κυβέρνηση δημοσιοποίησε τις αλλαγές στον κανονισμό κάλυψης των προληπτικών διαγνωστικών εξετάσεων και των θεραπευτικών καλύψεων, αλλά και την ανάθεση της διαχείρισης των οικονομικών των δημοσίων νοσοκομείων σε μια ανώνυμη εταιρεία, την ίδια στιγμή που τα βρετανικά συνδικάτα του εκεί Εθνικού Συστήματος Υγείας οργανώνουν σειρά κινητοποιήσεων ενάντια στην ενδεχόμενη παράδοση των νοσοκομείων σε αμερικάνικες πολυεθνικές. 


Και διαμαρτύρονται όχι για τη μια ή την άλλη από τις όντως αλλοπρόσαλλες πολιτικές που εφαρμόζει η κυβέρνηση Κάμερον (όπως και η προηγούμενη των Εργατικών) σε εθνικό επίπεδο, αλλά ενάντια στην Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP), που η Ευρωπαϊκή Ένωση διαπραγματεύεται με τις ΗΠΑ: οι πρόνοιες της τελευταίας δίνουν τη δυνατότητα σε κάθε πολυεθνική να μηνύσει τα κράτη, εφόσον τα μέτρα που παίρνουν παρεμποδίζουν ενδεχόμενη μελλοντική κερδοφορία των επιχειρηματικών της συμφερόντων! Μάλιστα, η διαφοροποίηση (σε σχέση με την παλαιότερη GATS ή ανάλογες συμφωνίες της ΕΕ με άλλη κράτη) είναι ότι ανάμεσα στα αγαθά που αφορά η ΤΤIP συγκαταλέγεται και η περίθαλψη — με τη βρετανική κυβέρνηση να διατυπώνει επιφύλαξη μόνο για την υπηρεσία άμεσης επέμβασης (το ΕΚΑΒ, σαν να λέμε). Και αυτό έχει εξοργίσει τα βρετανικά συνδικάτα και την κοινή γνώμη, που υποστηρίζουν ότι αποτελεί δούρειο ίππο για την ιδιωτικοποίηση του βρετανικού συστήματος αλλά και την παράδοση της οικονομικής του διαχείρισης σε ιδιωτικές πολυεθνικές, κυρίως αμερικανικών συμφερόντων. Άλλωστε, τα διάφορα «πειράματα» των τελευταίων δεκαετιών έχουν προετοιμάσει καταλλήλως το έδαφος, φτιάχνοντας εταιρικά σχήματα διαχείρισής του σε περιφερειακή βάση, που αρχικώς παρουσιάστηκαν ως ευέλικτα δημόσια μοντέλα διοίκησης για τη βελτίωση της αποδοτικότητας και τον περιορισμό της σπατάλης…

Την ίδια στιγμή, η ελληνική κυβέρνηση εφαρμόζει μια δέσμη μέτρων που συνοψίζεται στα εξής: α) δραστικός περιορισμός των διαγνωστικών εξετάσεων, προληπτικών και μη, β) περιορισμός, με το μοντέλο των κλειστών σφαιρικών προϋπολογισμών, των δαπανών θεραπείας, τόσο σε νοσοκομειακή όσο και σε εξωνοσοκομειακή βάση, γ) ανάθεση της διαχείρισης (οικονομικής και διοικητικής) των δημόσιων νοσοκομείων σε εταιρεία, με υπεραντιπροσώπευση των ιδιωτικών συμφερόντων του κλάδου της περίθαλψης και σαφέστατη εντολή να λειτουργήσει την «αγορά» υπηρεσιών περίθαλψης με ίσους όρους ανταγωνισμού ανάμεσα στα νοσοκομεία του ΕΣΥ και τις ιδιωτικές κλινικές. Βέβαια, είχαν προηγηθεί η σταδιακή μείωση του ποσοστού συμμετοχής του ΕΟΠΥΥ στο κόστος των φαρμάκων (είτε άμεσα είτε μέσω της κάλυψης του κόστους μόνο του φθηνότερου γενοσήμου είτε μέσω του παντελώς άνευ νοήματος πλαφόν κόστους συνταγογράφησης στους γιατρούς), η διάλυση του συστήματος πρωτοβάθμιας περίθαλψης των ασφαλιστικών ταμείων, οι συγχωνεύσεις νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Το μήνυμα είναι σαφές: το δημόσιο σύστημα περίθαλψης πρέπει να λειτουργεί σαν ιδιωτική επιχείρηση. Αν μεν «βγαίνει» οικονομικά, έχει καλώς, αν όχι…
Πώς όμως μπορεί να «βγαίνει» ένα νοσοκομείο; Πώς «βγαίνουν» οι ιδιωτικές κλινικές; Στην πραγματικότητα, όλα τα παραπάνω συνιστούν μια γιγαντιαία επιχείρηση μεταφοράς πόρων από το δημόσιο στο ιδιωτικό σύστημα περίθαλψης. Και, φυσικά, με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια τα δημόσια νοσοκομεία, όσο και αν διώχνουν κλοτσηδόν τους «ξεδοντιάρηδες», που λέει και ο σοσιαλιστής γάλλος Πρόεδρος, για να μειώσουν τις ζημίες, μάλλον δεν θα μπορέσουν να ανταγωνιστούν τα ιδιωτικά. Έτσι, οι (σπάνιοι πια) πόροι θα μεταφέρονται προνομιακά προς τα τελευταία, με τάχα «αντικειμενικούς» κανόνες. Και με την υποστελέχωση, τις ελλείψεις στα υλικά, την κομματική διοίκηση και όλα τα σχετικά, οι κυβερνώντες θα φροντίσουν ώστε το δημόσιο σύστημα να κατέβει στον αγώνα με σοβαρά χάντικαπ: σαν να βάζεις δυο αθλητές να παραβούν κατοστάρι, και πριν τον αγώνα να τραυματίζεις τον ένα στα πόδια, να του δένεις τα χέρια και να του ρίχνεις πεπονόφλουδες στον δρόμο.
Τι θα γινόταν όμως αν τα δημόσια νοσοκομεία κατάφερναν όντως να λειτουργήσουν με «ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια»; Το μόνο σίγουρο (πέραν του συνεπαγόμενοι κοινωνικού Καιάδα) θα ήταν η εκτίναξη των τιμών. Είναι γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ ότι αν οι τιμές του ιδιωτικού τομέα συγκρατούνται κάπως (παρά τα ήδη εξωφρενικά τους επίπεδα) και η ελληνική αγορά δεν ελέγχεται πλήρως από δυο-τρεις ομίλους που θα τριπλασίαζαν τις τιμές τους εν μια νυκτί, αυτό οφείλεται αποκλειστικά στην ύπαρξη του δημόσιου τομέα περίθαλψης. Εξάλλου, οι ΗΠΑ, με το πιο ιδιωτικοποιημένο σύστημα περίθαλψης παγκοσμίως, είναι η χώρα με τις μεγαλύτερες δαπάνες περίθαλψης (αλλά και από τους χειρότερους δείκτες υγείας) στον ΟΟΣΑ.
Αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά, σε όσους τουλάχιστον είχαν την εμμονή να διαβάσουν το δεύτερο και το τρίτο Μνημόνιο (ιδιαίτερα από το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο, και όχι τις κάπως πιο εξομαλυμένες ελληνικές μεταφράσεις) αλλά και τα κείμενα της task force του Υπουργείου Υγείας. Οι προβλέψεις εκεί ήταν σαφείς: να μειωθεί στο 6% το ποσοστό του ΑΕΠ για την περίθαλψη και να στραφεί το ελληνικό σύστημα από την καθολικότητα και την ισότητα του δημοσίου συστήματος περίθαλψης στη συμπληρωματικότητα και τον ανταγωνισμό του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος. Μόνο που αυτή η «στροφή» σημαίνει ψηλότερες τιμές υπηρεσιών, άρα μεγαλύτερο συνολικό κόστος περίθαλψης για μια χώρα που δεν της περισσεύουν δα και πόροι αυτή την περίοδο. Επομένως, αφού το 6% το πιάσαμε ήδη και καταλάβαμε τι υποβάθμιση των υπηρεσιών επέφερε, συνειδητοποιούμε ότι οι επαγγελίες των Μνημονίων δεν ήταν ένα σύστημα «τύπου Μπίσμαρκ» (όπως στη Γερμανία ή τον Καναδά). Ήταν ένα σύστημα πιο ιδιωτικοποιημένο, κάπως σαν των ΗΠΑ — εξού και το ενδιαφέρον για την ιδιωτική του πλέον διαχείριση (το οποίο, όπως και εκεί, θα συμπληρώνεται από προγράμματα στοιχειωδών καλύψεων για τους τελείως ευάλωτους και αποκλεισμένους· βλ. τις πρόσφατες ρυθμίσεις για τους ανασφάλιστους). Το αναπόδραστο ερώτημα είναι: Αν μ’ αυτά και μ’ εκείνα αυξάνονται (και δεν μειώνονται, όπως ψευδώς υποστηρίζει η δημόσια ρητορική του Υπουργείου και κάμποσων, πάντα πρόθυμων, σε τέτοιες βρομιές, φωστήρων της ελληνικής ακαδημαϊκής κοινότητας) οι δαπάνες περίθαλψης, τότε πού θα βρεθούνε οι επιπλέον πόροι; Η απάντηση, δυστυχώς, είναι μόνο μια: από την τσέπη του κοσμάκη. Και δεν θα είναι καν ιδιωτικές πληρωμές μέσα από κάποιο ασφαλιστικό σχήμα αφού (όπως και παλαιότερα) ο εγχώριος σχετικός κλάδος αντιμετωπίζεται όχι αδίκως ως ληστρικός και αναξιόπιστος.
Όλα αυτά λοιπόν γίνονται γιατί, ενόσω οι δημόσιες δαπάνες για την υγεία πέφτουνε στο 6% του ΑΕΠ, οι ιδιωτικές «προς τη δόξα τραβάνε» και θα συνεχίσουν περαιτέρω ως άμεσες out-of-pocket πληρωμές την ώρα της ανάγκης. Με τα νέα μέτρα, ένα μέρος ακόμα αυτού του 6% θα μεταφερθεί από τους δημόσιους παρόχους σε ιδιώτες, καθιστώντας ταυτόχρονα και τα δημόσια νοσοκομεία πεδία ιδιωτικής κερδοφορίας. Γιατί η ιδιωτικοοικονομική άσκηση των υπηρεσιών περίθαλψης (όχι μόνο ο ιδιωτικός χαρακτήρας της μιας ή της άλλης μονάδας) είναι εκείνο που αυξάνει και το κόστος και (τεχνητά) τη ζήτηση, όντας εν τέλει αναποτελεσματική και αντικοινωνική.
Εν ολίγοις, λοιπόν, μπορούμε να συμπεράνουμε: α) τα μέτρα δεν είναι ένα μεμονωμένο ταμειακό-εισπρακτικό μέτρο της κυβέρνησης, αλλά γενικότερη επιλογή της Ε.Ε. να ιδιωτικοποιήσει τον χώρο της περίθαλψης, ακυρώνοντας τον καθολικό και κοινωφελή του χαρακτήρα, β) στόχος είναι, πάνω από όλα, να μετατραπεί το σύστημα περίθαλψης σε ιδιωτικό, με συμπληρωματικές καλύψεις και μια φλοίδα επίφασης δημοσίων καλύψεων για στοιχειώδη μόνο, γ) αυτή η πολιτική θα αυξήσει αντί να μειώσει τις δαπάνες, μόνο που τούτες θα αποσπαστούν από το ήδη ισχνό λαϊκό εισόδημα, δ) ταυτοχρόνως θα δημιουργήσει νέα πεδία κερδοφορίας, είτε μεταφέροντας δημόσιους πόρους στις ιδιωτικές κλινικές, είτε εντός των ιδιωτικοποιημένων στη λειτουργία τους τέως δημοσίων νοσοκομείων.
Φυσικά, δεν θα μειωθεί ούτε η τεχνητή ζήτηση υπηρεσιών ούτε οι αλόγιστες εξετάσεις και θεραπείες. Αντιθέτως, θα αυξηθούν γιατί όσο πιο ιδιωτικοποιημένο είναι ένα σύστημα περίθαλψης τόσο περισσότερο «ανθούν» τέτοια φαινόμενα. Άλλωστε, αν οι περιορισμοί που επιβάλλει ο νέος κανονισμός του ΕΟΠΥΥ έμπαιναν για να προστατευτεί η δημόσια υγεία από καταχρήσεις τεχνολογιών υγείας, τότε ας τις απαγόρευε η πολιτεία για όλους — είτε με ασφαλιστική κάλυψη του κόστους είτε ιδιωτικά! Όπως, αντιστοίχως, θα μπορούσε, αντί να δίνει με το σταγονόμετρο το ασφαλιστικό χρήμα, να έβαζε περιορισμούς στην κατανάλωση αντιβιοτικών, αντι-ϊικών, ψυχοφαρμάκων κ.ο.κ. Για όλους όμως, είτε ιδιωτικά είτε δημόσια. Τότε όμως θα αντιστρατευόταν την υπό εκκόλαψη συμφωνία της Ε.Ε. με τις ΗΠΑ για την «ελευθερία» (sic) διακίνησης αγαθών και επενδύσεων στον χώρο της περίθαλψης.
Ωστόσο, όπως έλεγε και ένας μεγάλος διανοητής, «το αληθές αυτο-δηλώνεται και υποδηλώνει και το εσφαλμένο»: μια αληθινά ριζοσπαστική Αριστερά, ακολουθώντας την αντίστροφη διαδρομή από εκείνη των κυβερνώντων, αντί να προσπαθεί να «παίξει άμυνα» στις αλλεπάλληλες επιθέσεις του νεοφιλελευθερισμού, πρέπει να δοκιμάσει να βάλει στον ιδιωτικό τομέα «τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι». Θα είχε πλάκα τότε να βλέπαμε τα παπαγαλάκια, που σήμερα διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους περί σπατάλης και τεχνητής ζήτησης υπηρεσιών περίθαλψης, τι θένα λέγανε… Αριστερή πολιτική δεν σημαίνει «Όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά», σε βάρος του φορολογούμενου και του ασφαλισμένου. Σημαίνει, αντιθέτως, αποεμπορευματοποίηση των διαθέσιμων σήμερα υπηρεσιών περίθαλψης από την κοινωνία, με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και την ισότιμη αναδιανομή του κοινωνικού κεφαλαίου της υγείας.
Τελευταίο. Όσοι έχουν την εμμονή να διαβάζουν τα Μνημόνια γνωρίζουν ότι το βασικότερο πρόβλημα των όποιων κυβερνήσεων την πενταετία 2015-2020, αν δεν θελήσουν να καταργήσουν μονομερώς τα Μνημόνια, θα είναι τα ασφαλιστικά ταμεία. Οι προβλέψεις για το 2020 είναι οι δαπάνες να φτάσουν το 12-13%, ενόσω οι προβολές στην αρχή της δεκαετίας έδειχναν πως θα έφταναν στο 18% ή και παραπάνω (και μάλιστα, με το κύμα συνταξιοδοτήσεων που προκάλεσαν οι αντεργατικές ρυθμίσεις της μνημονιακής περιόδου, οι τάσεις μάλλον ενισχύθηκαν). Το πρόβλημα, λοιπόν, θα είναι πώς θα μειωθούν οι συντάξεις και τα επιδόματα κατά ένα τρίτο περίπου, σε μια κοινωνία που η μισή ζει πλέον στηριζόμενη σε αυτά. Μήπως οι κυβερνώντες με τα πρόσφατα μέτρα για την περίθαλψη νομίσανε πως βρήκανε τη λύση;
Ο Γιώργος Νικολαΐδης είναι ψυχίατρος.