Σελίδες

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Ο ρόλος των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων (1)

Με αφορμή την πρωτοβουλία του Νίκου Χατζηνικολάου να αφιερώσει την περασμένη Δευτέρα την τηλεοπτική του εκπομπή στον «Ενικό» στο ρόλο των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων, καταθέτουμε ορισμένες σκέψεις. Διευκρινίζουμε ότι όταν μιλάμε για τον ρόλο των ΜΜΕ (και των δημοσιογράφων) σε μεγάλο βαθμό το μυαλό μας βρίσκεται στα τηλεοπτικά ΜΜΕ, λόγω ακριβώς του κυρίαρχου ρόλου που διαδραματίζουν στο μιντιακό τοπίο.
Του Ν. ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ξεκινάμε με ανορθόδοξο, ίσως, τρόπο. Παρακαλούμε την προσοχή σας στις δηλώσεις που ακολουθούν:
α) «Μια πρόσθετη υπηρεσία η οποία μας ζητήθηκε κάποια στιγμή που οι εκπρόσωποι της τρόικας - μετά την υπογραφή του μνημονίου - θέλησαν να επικοινωνήσουν με τα Μέσα Ενημέρωσης, ήταν να μας αναθέσουν να πάρουμε τηλέφωνα κάποιους δημοσιογράφους και να τους πούμε να πάνε την τάδε ώρα στη "Μεγάλη Βρετάνια" για να τους μιλήσουν οι άνθρωποι του ΔΝΤ».
β) «Κάποιες φορές, όταν μας το ζητούν οι πελάτες μας μπορεί να συμμετέχουν και ζητάμε δημοσιογράφους να συμμετέχουν σ' αυτό».
Αυτές ήταν δυο χαρακτηριστικές απαντήσεις που δόθηκαν κατά την εξέταση μάρτυρα (ειδικού σε θέματα επικοινωνίας) στην εξεταστική για τη «Ζήμενς», τον Ιούνιο του 2010. Απαντήσεις που αφορούσαν, η πρώτη σε επαφές του ΔΝΤ με ΜΜΕ και δημοσιογράφους, η δεύτερη σε επαφές δημοσιογράφων με «πελάτες», όπως η «Ζήμενς»...
«Πτώσεις από τα… σύννεφα»
Οι τοποθετήσεις αυτές και οι συζητήσεις που ακολούθησαν τότε (για την παροχή υπηρεσιών από εταιρείες δημοσίων σχέσεων και από δημοσιογράφους, ώστε η γερμανική πολυεθνική και το ΔΝΤ να «επικοινωνήσουν» τα μηνύματά τους στον ελληνικό λαό) έδωσαν την ευκαιρία σε ορισμένους να καμώνονται ότι... «έπεσαν από τα σύννεφα».
Βέβαια η πραγματικότητα είναι πως «από τα σύννεφα έπεσαν» (και «πέφτουν») μόνο αυτοί που τους αρέσει να προσποιούνται ότι «ζουν στα σύννεφα». Εμείς οι υπόλοιποι, που κατοικούμε στη Γη, κάτι διαισθανόμασταν…
Υποψιαζόμαστε, δε, ότι αυτού του τύπου η παροχή υπηρεσιών συνιστά την τυπική λειτουργία εκείνου του μοντέλου «επικοινωνίας» που έχει ανάγκη να βαφτίζει το «μαύρο – άσπρο».
Επιπλέον: Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν τέτοιες υπηρεσίες προσφέρονται από δημοσιογράφους στο πλαίσιο της «αχρημάτου οικονομίας». Λογικές οι επιφυλάξεις καθότι κάτι τέτοια δε συνηθίζονται. Αλλά πού ξέρεις πάλι, κάποιοι, όταν συκοφαντούν την κοινωνία και παριστάνουν τους εισαγγελείς εναντίον των εργατών, των ανέργων, των δασκάλων, των φαρμακοποιών, των χαλυβουργών, των δημοσίων υπαλλήλων και οποιουδήποτε δεν θεωρεί την τρόικα «ευλογία», μπορεί να το κάνουν γιατί είναι… ιδεολόγοι. Αυτό, μάλιστα, καθιστά την αθλιότητά τους μεγαλύτερη.
«Ενσωματωμένη δημοσιογραφία»
Πέραν, όμως, όσων υποπτευόμαστε και όσων διαισθανόμαστε, υπάρχουν και αυτά που γνωρίζουμε. Δεν περιμέναμε το ΔΝΤ, δηλαδή, ή τη «Ζήμενς», για να μάθουμε την ύπαρξη της λεγόμενης «ενσωματωμένης δημοσιογραφίας». Έχουμε ενημερωθεί σχετικά, εδώ και χρόνια - ειδικά δε κατά τη διάρκεια της απόβασης των Αμερικανών στο Ιράκ - για την αγαστή συνεργασία των πεζοναυτών με τους «ενσωματωμένους δημοσιογράφους» διεθνών ΜΜΕ και λοιπών «επικοινωνιακών πρακτορείων».
Δεν περιμέναμε, επίσης, την κάθοδο του ΔΝΤ στην Ελλάδα για να ψυλλιαστούμε τι (μπορεί να) συμβαίνει στις επαφές μεταξύ διεθνών οργανισμών με δημοσιογράφους. Άλλωστε, όπως αποκαλύφθηκε στην εφημερίδα «Ελ Μούντο» (31/5/1999), στις μυστικές εκθέσεις του ΝΑΤΟ, ένα από τα βασικά καθήκοντα της συμμαχίας είναι και τούτο: «Να εντοπιστούν εκείνοι οι δημοσιογράφοι κάθε χώρας που είναι ικανοί και να προσκληθούν σε συνάντηση, όπου θα εκθέσουν τις ιδέες τους πάνω σε τρόπους βελτίωσης του μηνύματος του ΝΑΤΟ προς την κοινή γνώμη κάθε χώρας».
Σημειώστε ότι τότε - στο πλαίσιο της «βελτίωσης του μηνύματος» - το ΝΑΤΟ βομβάρδιζε τη Γιουγκοσλαβία. Μετά από κάθε βομβαρδισμό, «διμοιρίες πρόθυμων δημοσιογράφων» παρομοίαζαν τα Στελθ, που πετούσαν πάνω από το Βελιγράδι, με «φτερά αγγέλων»! Ήταν την ίδια περίοδο που αποκαλύφθηκε το απόρρητο ΝΑΤΟικό έγγραφο στο οποίο το Συμβούλιο του ΝΑΤΟ καλούσε την Πολιτική Επιτροπή «να εξασφαλίσει ότι θα προσαρμόσει τα κεντρικά μηνύματα των κυρίων μέσων ενημέρωσης, όπως χρειάζεται» («Ριζοσπάστης», 8/5/99)...
Στα παραπάνω προσθέστε ότι η διοίκηση του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ είχε προσλάβει την ιδιωτική εταιρεία «Lincoln Group» προκειμένου να πληρώνει διάφορες ιρακινές εφημερίδες για να δημοσιεύουν έτοιμα άρθρα που παρουσιάζονταν ως ρεπορτάζ και τα οποία εξήραν τη δράση των κατοχικών και ιρακινών δυνάμεων. Τα άρθρα πληρώνονταν από 50 δολάρια το καθένα...
Άραγε, όταν τέτοια κόλπα είναι γνωστά στο ΝΑΤΟ, λέτε στο ΔΝΤ ή στις «Ζήμενς» να είναι άγνωστα;... Έτσι, λοιπόν, στα πέντε χρόνια από την έναρξη της κρίσης και στα τέσσερα από το διάγγελμα του Καστελόριζου, στο φόντο των εξελίξεων που ακολούθησαν, θα ήταν μωρία να ισχυριστεί κανείς ότι οι μιντιακές μνημονιακές ερπύστριες δεν επανδρώθηκαν και από γυμνοσαλιαγκάκια που από τα στασίδια της ηλεκτρονικής λοβοτομής είχαν και έχουν αναλάβει (με ή χωρίς επαφές με το ΔΝΤ) να λερώνουν την έννοια της αλήθειας και να μαγαρίζουν τη δημοσιογραφία καθιστώντας την τσανακογλείφτη της εκάστοτε κυβέρνησης και της τρόικας.
«Μυστικά κονδύλια»
Κάθε φορά που αναθερμαίνεται η συζήτηση για το ρόλο των ΜΜΕ, πολύ λογικά τίθεται το ερώτημα: Και οι δημοσιογράφοι τι κάνουν; Γιατί δεν αντιδρούν στον κατήφορο; Και ακόμα: Τι γίνεται με όλες αυτές τις ιστορίες, με τα «παπαγαλάκια», με τα «βαποράκια», με τις λίστες εκείνων των δημοσιογράφων που «τα πιάνουν»;
Ας ξεκινήσουμε από το τελευταίο: Αν υπάρχουν δημοσιογράφοι που «τα πιάνουν», τότε υπάρχουν κάποιοι που τους «τα δίνουν». Ποιοι, λοιπόν, τα δίνουν και γιατί; Τι σχέση έχουν αυτοί οι «κάποιοι» με τα πολιτικά κόμματα; Πόσο ψηλά βρίσκονται στην πυραμίδα της πολιτικής εξουσίας; Ποιά συμφέροντά τους προωθούν με τα μαύρα λεφτά που μοιράζουν κάτω από το τραπέζι;
Ο τόπος είναι μικρός και όλοι, λίγο - πολύ, γνωριζόμαστε. Από το 1992 που δέσποζαν οι αναφορές στα «μυστικά κονδύλια» του υπουργείου Εξωτερικών, μέσω των οποίων σιτίζονταν δημοσιογράφοι (όπως ελέγετο), έχουν περάσει 22 ολόκληρα χρόνια. Έχουν αλλάξει τόσες κυβερνήσεις (Μητσοτάκης, Α.Παπανδρέου, Σημίτης, Καραμανλής, Γ.Παπανδρέου, Σαμαράς), όμως οι περίφημες λίστες ποτέ δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα.
Συνεπώς: Ή αδίκως «βούιζε ο τόπος», ή οι λίστες υπήρχαν και ...χάθηκαν, ή απλώς έχουμε ένα ακόμα κουκούλωμα...
Σταράτες κουβέντες…
Σήμερα στην ΕΣΗΕΑ είναι εγγεγραμμένοι περίπου 10.000 επαγγελματίες δημοσιογράφοι. Οι μισοί είναι άνεργοι. Οι υπόλοιποι, στην μεγάλη τους πλειοψηφία, εργάζονται σε συνθήκες «γαλέρας», κακοαμειβόμενοι, βρίσκονται στο πόδι 24 ώρες το 24ωρο, πολλές φορές χωρίς ασφάλιση, τελούν υπό τη δαμόκλειο σπάθη της εκάστοτε «γραμμής» του τάδε ή του δείνα εργολάβου στα ΜΜΕ, ζουν με το άγχος αν θα έχουν δουλειά την επόμενη μέρα. Αυτοί είναι, που συγκροτούν τις θανατερές στατιστικές με τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας από κάθε άλλο επαγγελματικό πεδίο στο χώρο των «εργατών του λόγου».
Φυσικά υπάρχει και μια μικρή μειοψηφία που συγκροτεί το «ανφάντ γκατέ» αυτού που θα λέγαμε «συστημική δημοσιογραφία». Ένα μέρος της χρησιμοποιεί τη δημοσιογραφία ως πασαρέλα συμμετοχής της στο κλαμπ των «VIPs». Ένα άλλο αποτελεί κρίκο της αλυσίδας του θεάματος. Ένα τρίτο  υπηρετεί δυο και τρεις «αφεντάδες» ταυτόχρονα, όχι γιατί πρέπει να βγάζει το ψωμί της, αλλά γιατί έτσι εξασφαλίζει το παντεσπάνι της. Και φυσικά έχουμε το πολιτικό κομμάτι αυτής της κατηγορίας, το οποίο:
α) Την δική του υποκειμενική και βαθύτατα στρατευμένη στο σύστημα άποψη, που συμβαδίζει με τα συμφέροντα των ισχυρών και λειτουργεί μονίμως ως προπαγανδιστής της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας, την βαφτίζει «αντικειμενικότητα».
β) Πίσω από αυτές ακριβώς τις μπαλαφάρες περί «αντικειμενικότητας» υποδύεται τον «ελεγκτή της εξουσίας» ενώ στην πραγματικότητα είναι όχι μόνο βαστάζος, αλλά και μέρος της εξουσίας.
γ) Εκπροσωπεί τη ζωντανή απόδειξη της μεγάλης αλήθειας που με παρρησία είχε παραδεχτεί και ομολογήσει ο Σταύρος Ψυχάρης: «Δεν υπάρχουν όμως εφημερίδες (σσ: και πολύ περισσότερο τηλεοπτικά δίκτυα, συμπληρώνουμε εμείς) που να εκδίδονται για να εκφράζουν απόψεις διαφορετικές από εκείνες του ιδιοκτήτη τους ή να υπηρετούν αλλότρια συμφέροντα». Η θέση αυτή διατυπώθηκε νέτα-σκέτα στο «Βήμα της Κυριακής» (8/1/2012).
Δημοσιογράφοι: Θύματα και «θύτες»
Η πρώτη κατηγορία, οι εργάτες του λόγου, από άποψη θέσης, είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι, ουδεμία σχέση έχουν με τη δεύτερη κατηγορία, που  όσοι την συγκροτούν, συμμετέχοντας στο τρίγωνο «οικονομική εξουσία - πολιτική εξουσία - μιντιακή εξουσία», μόνο καταχρηστικά μπορούν να καμώνονται τους τιμητές της τιμής του δημοσιογραφικού κόσμου.
Το ερώτημα που τίθεται, λοιπόν, είναι: Γιατί η κοινωνία που η «συμπάθειά της» για τα ΜΜΕ και τους δημοσιογράφους βρίσκεται στο ναδίρ, που σέρνει τα μύρια όσα για τους «αλήτες, ρουφιάνους, δημοσιογράφους», διαμορφώνει αυτή την άποψη για τους δημοσιογράφους, όταν οι δεύτεροι, αυτοί που μόνο για την «τιμή» τους στο χρηματιστήριο της διαπλοκής μπορούν να μιλάνε, είναι τόσο λίγοι;
Πρέπει να είμαστε σαφείς σ' αυτό το θέμα: Η τίμια δουλειά της πλειοψηφίας των δημοσιογράφων - και εκείνων των εκδοτών που όταν σέβονται την αποστολή τους κατά βάση προέρχονται από τον δημοσιογραφικό κόσμο - είναι μεν η αναγκαία, αλλά δυστυχώς δεν είναι και η ικανή συνθήκη για μια δημοκρατική, αντικειμενική, πλουραλιστική ενημέρωση. Όπως δεν είναι η τίμια δουλειά των χιλιάδων γιατρών για να έχει ο λαός υπηρεσίες Υγείας ή η τίμια δουλειά των χιλιάδων δασκάλων για να έχει ο λαός Παιδεία.
Ο τόνος δίνεται  από αυτούς που ελέγχουν τον Τύπο και κυρίαρχα από αυτούς που ελέγχουν τα τηλεοπτικά ΜΜΕ. Και τα τηλεοπτικά ΜΜΕ τα ελέγχει η οικονομική ολιγαρχία. Ισχύει παντού και όχι μόνο στην Ελλάδα (σσ: κάτι που το είχε «καταλάβει» πολύ καλά η κυβέρνηση Καραμανλή, όταν «τόλμησε» να πάει στην ΕΕ το νομοσχέδιο για τον «βασικό μέτοχο» και οι «αδέκαστοι» επίτροποι το έσκισαν πριν καν το δουν)…
Όσο, επομένως, θα είναι οι εργολάβοι, οι τραπεζίτες, οι βιομήχανοι και εν γένει οι κεφαλαιοκράτες που θα ελέγχουν τα κανάλια της ενημέρωσης, η αμεροληψία των πολλών δουλευτάδων του Τύπου ή των έντιμων εκδοτών, δεν είναι  συνθήκη ικανή ώστε να εξασφαλίζεται στη δημοσιογραφία η δυνατότητα να παίξει το ρόλο της, στο πλευρό της κοινωνίας και της αλήθειας.
«Πολίτης Κέιν»
Όταν το κουμάντο στο χώρο του Τύπου, και όχι μόνο, διαμορφώνεται με τους όρους που περιέγραφε ο Όρσον Ουέλς στον «Πολίτη Κέιν», ήδη από το 1941, τότε όσοι «Τερτσέτηδες» και «Πολυζωίδηδες» κι αν υπάρχουν στο χώρο της δημοσιογραφίας (σσ: τέτοιοι υπήρχαν και θα υπάρχουν σε όλες τις συνθήκες), ας μην υπάρχουν αμφιβολίες: Θα κατισχύσει εκείνος που εκπροσωπεί την ισχύ των μίντια και τη διαβρωτική φύση της εξουσίας.
Που σημαίνει ότι: Αν τα συμφέροντα της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας είναι με το Μνημόνιο, τότε όσο κι αν τρέξει ο ρεπόρτερ για να καλύψει αντικειμενικά την απεργία, τη διαδήλωση, την κινητοποίηση ενάντια στο Μνημόνιο, εκείνο που θα μεταδοθεί το βράδυ ως είδηση θα είναι «ζήτω το Μνημόνιο, κάτω οι ταραξίες». Αν τα συμφέροντα της διεθνούς ελίτ εξυπηρετούνται από τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων, την ώρα που ο λαός θα πληρώνει «αθανάτους», ταυτόχρονα θα υφίσταται και την πλύση εγκεφάλου για το «εθνικό ολυμπιακό ιδεώδες». Ας αγανακτεί η κοινωνία με τις τράπεζες όσο θέλει. Αυτό που θα πλασαριστεί σαν «είδηση» θα είναι η «ανάγκη να ανακεφαλαιοποιηθούν». Ας φωνάζει η κοινωνία για τις αυξήσεις στα διόδια από το πρωί μέχρι το βράδυ. Αν θυμηθείτε ένα ρεπορτάζ στο «Mega» στα 25 χρόνια που εκπέμπει που να καταγγέλλει τις αυξήσεις στα διόδια, τρυπήστε μου τη μύτη…
Υστερόγραφο: Τα παραπάνω, φυσικά, κάθε άλλο παρά μειώνουν την απαίτηση από τον δημοσιογράφο να ασκεί το ρόλο του με αξιοπρέπεια. Κάθε άλλο παρά τον απαλλάσσουν από το καθήκον της ηθικής – επαγγελματικής αρτιότητας. Κάθε άλλο παρά αναιρούν το στοιχείο της προσωπικής ευθύνης οποιουδήποτε παίρνει ένα μαρκούτσι στο χέρι και δεν ξέρει τι λέει, ή αρπάζει έναν υπολογιστή και δεν ξέρει τι γράφει. Κάθε άλλο παρά αμφισβητούν το ουσιαστικό νόημα όσων έγραφε ο Καμύ το 1939, όταν στο μανιφέστο του για τον «ελεύθερο δημοσιογράφο» εξαιρούσε τη δημοσιογραφία που υπηρετεί τη «σαθρή ανοησία», την «οργανωμένη νωθρότητα» και την «επιθετική βλακεία». Αντίθετα, τα προηγούμενα, καταδεικνύουν ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός: Ότι στο πλαίσιο της συστημικής λειτουργίας του Τύπου, που ορίζεται από το ιδιοκτησιακό του καθεστώς, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος για τους δημοσιογράφους να μετατραπούν, είτε ενσυνείδητα είτε εξ αντικειμένου, σε μέρος του προβλήματος.

(Συνεχίζεται…)
ΠΗΓΗ:enikos.gr